ολοκυκλικός
•
- ο σχετικός με ολόκληρο κύκλο Βικιλεξικό
- ο σχετικός με όλη την περιφέρεια κύκλου Βικιλεξικό
- αυτός που μετριέται σε πλήρη περιφέρεια, δηλαδή σε 360 μοίρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολοκυκλικός < ολο- + κυκλικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολοκυκλικός | ολοκυκλική | ολοκυκλικό |
| Γενική | ολοκυκλικού | ολοκυκλικής | ολοκυκλικού |
| Αιτιατική | ολοκυκλικό | ολοκυκλική | ολοκυκλικό |
| Κλητική | ολοκυκλικέ | ολοκυκλική | ολοκυκλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολοκυκλικοί | ολοκυκλικές | ολοκυκλικά |
| Γενική | ολοκυκλικών | ολοκυκλικών | ολοκυκλικών |
| Αιτιατική | ολοκυκλικούς | ολοκυκλικές | ολοκυκλικά |
| Κλητική | ολοκυκλικοί | ολοκυκλικές | ολοκυκλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →