Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολοκυκλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με ολόκληρο κύκλο Βικιλεξικό
  2. ο σχετικός με όλη την περιφέρεια κύκλου Βικιλεξικό
  3. αυτός που μετριέται σε πλήρη περιφέρεια, δηλαδή σε 360 μοίρες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολοκυκλικός < ολο- + κυκλικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολοκυκλικόςολοκυκλικήολοκυκλικό
Γενικήολοκυκλικούολοκυκλικήςολοκυκλικού
Αιτιατικήολοκυκλικόολοκυκλικήολοκυκλικό
Κλητικήολοκυκλικέολοκυκλικήολοκυκλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολοκυκλικοίολοκυκλικέςολοκυκλικά
Γενικήολοκυκλικώνολοκυκλικώνολοκυκλικών
Αιτιατικήολοκυκλικούςολοκυκλικέςολοκυκλικά
Κλητικήολοκυκλικοίολοκυκλικέςολοκυκλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →