Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολομελής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιομε όλα τα μέλη παρόντα· που συνεδριάζει με πλήρη απαρτία () Βικιλεξικό
    • Συνήλθε στις 28 Νοεμβρίου 2023 στο Κρατικό Μέγαρο του Κρεμλίνου η ολομελής συνεδρία της ΚΕ΄ Παγκοσμίου Ρωσικής Λαϊκής Συνελεύσεως, που ήταν αφιερωμένη στο θέμα «Το παρόν και το μέλλον του ρωσικού κόσμου».

Ετυμολογία

ολομελής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁλομελής (πλήρης, ακέραιος, αρτιμελής), σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική plenary

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολομελήςολομελήςολομελές
Γενικήολομελούςολομελούςολομελούς
Αιτιατικήολομελήολομελήολομελές
Κλητικήολομελή / ολομελήςολομελήςολομελές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολομελείςολομελείςολομελή
Γενικήολομελώνολομελώνολομελών
Αιτιατικήολομελείςολομελείςολομελή
Κλητικήολομελείςολομελείςολομελή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →