Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολονύχτιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διαρκεί όλη τη νύχτα Βικιλεξικό
    • Από το 1967 ως το 1973, συνήθης κατάληξη των ποιητών και των χαροκόπων ήταν η συσπείρωση γύρω από μουσικά όργανα και το ολονύχτιο τζαμάρισμα. Ο Καλοκύρης μελοποίησε Καββαδία , δικά του και δικά μου , πρέπει να έχει ακόμη τις μπομπίνες. Πορφύρας, τεύχος 126, Κερκυραϊκή Ένωση Γραμμάτων και Τεχνών, 2008, σελ. 608

Ετυμολογία

ολονύχτιος < ολονύκτιος < (ελληνιστική κοινή) < ὅλος + νύξ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολονύχτιοςολονύχτιαολονύχτιο
Γενικήολονύχτιουολονύχτιαςολονύχτιου
Αιτιατικήολονύχτιοολονύχτιαολονύχτιο
Κλητικήολονύχτιεολονύχτιαολονύχτιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολονύχτιοιολονύχτιεςολονύχτια
Γενικήολονύχτιωνολονύχτιωνολονύχτιων
Αιτιατικήολονύχτιουςολονύχτιεςολονύχτια
Κλητικήολονύχτιοιολονύχτιεςολονύχτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →