Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολοπαθής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γραμματικήπου παθαίνει ολικό γραμματικό πάθος, για παράδειγμα οι λέξεις που παθαίνουν δηλαδή συναίρεση σε όλες τις πτώσεις Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοπου πάσχει από νόσο που προσβάλλει όλο το σώμα (ολοπαθητικός) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολοπαθής < ολο- + -παθής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολοπαθήςολοπαθήςολοπαθές
Γενικήολοπαθούςολοπαθούςολοπαθούς
Αιτιατικήολοπαθήολοπαθήολοπαθές
Κλητικήολοπαθή / ολοπαθήςολοπαθήςολοπαθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολοπαθείςολοπαθείςολοπαθή
Γενικήολοπαθώνολοπαθώνολοπαθών
Αιτιατικήολοπαθείςολοπαθείςολοπαθή
Κλητικήολοπαθείςολοπαθείςολοπαθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →