ολοπαθής
•
- γραμματικήπου παθαίνει ολικό γραμματικό πάθος, για παράδειγμα οι λέξεις που παθαίνουν δηλαδή συναίρεση σε όλες τις πτώσεις Βικιλεξικό
- παρωχημένοπου πάσχει από νόσο που προσβάλλει όλο το σώμα (ολοπαθητικός) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολοπαθής < ολο- + -παθής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολοπαθής | ολοπαθής | ολοπαθές |
| Γενική | ολοπαθούς | ολοπαθούς | ολοπαθούς |
| Αιτιατική | ολοπαθή | ολοπαθή | ολοπαθές |
| Κλητική | ολοπαθή / ολοπαθής | ολοπαθής | ολοπαθές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολοπαθείς | ολοπαθείς | ολοπαθή |
| Γενική | ολοπαθών | ολοπαθών | ολοπαθών |
| Αιτιατική | ολοπαθείς | ολοπαθείς | ολοπαθή |
| Κλητική | ολοπαθείς | ολοπαθείς | ολοπαθή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →