ολοσηρικό
•
- λόγιοολομέταξο ύφασμα ή ένδυμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολοσηρικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ολοσηρικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ολοσηρικό | ολοσηρικά |
| Γενική | ολοσηρικού | ολοσηρικών |
| Αιτιατική | ολοσηρικό | ολοσηρικά |
| Κλητική | ολοσηρικό | ολοσηρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →