Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολοφανής

/o.lo.faˈnis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοολοφάνερος, που φαίνεται ολόκληρος Βικιλεξικό
  2. λόγιοφωτισμός ομοιόμορφος προς μία συγκεκριμένη κατευθύνση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολοφανής < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὁλοφανής. Μορφολογικά αναλύεται σεολο- + -φανής.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολοφανήςολοφανήςολοφανές
Γενικήολοφανούςολοφανούςολοφανούς
Αιτιατικήολοφανήολοφανήολοφανές
Κλητικήολοφανή / ολοφανήςολοφανήςολοφανές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολοφανείςολοφανείςολοφανή
Γενικήολοφανώνολοφανώνολοφανών
Αιτιατικήολοφανείςολοφανείςολοφανή
Κλητικήολοφανείςολοφανείςολοφανή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →