Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολυμπιάδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αθλητισμόςη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων μιας συγκεκριμένης χρονιάς Βικιλεξικό
  2. στην αρχαιότητατο χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών που μεσολαβούσε μεταξύ δύο διοργανώσεων των πανελληνίων αγώνων στην Ολυμπία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολυμπιάδα < αρχαία ελληνική Ὀλυμπιάς, θηλυκό του Ὀλύμπιος < Ὄλυμπος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήολυμπιάδαολυμπιάδες
Γενικήολυμπιάδαςολυμπιάδων
Αιτιατικήολυμπιάδαολυμπιάδες
Κλητικήολυμπιάδαολυμπιάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →