Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολυμπιονίκης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιστορίαο νικητής στα Ολύμπια Βικιλεξικό
  2. αθλητισμόςο νικητής στους Ολυμπιακούς Αγώνες Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηο μεταλλιούχος στους Ολυμπιακούς Αγώνες, ειδικά στις φράσεις χρυσός ολυμπιονίκης, αργυρός ολυμπιονίκης και χάλκινος ολυμπιονίκης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολυμπιονίκης < αρχαία ελληνική ὀλυμπιονίκης < Ὀλυμπία + νίκη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήολυμπιονίκηςολυμπιονίκες
Γενικήολυμπιονίκηολυμπιονικών
Αιτιατικήολυμπιονίκηολυμπιονίκες
Κλητικήολυμπιονίκηολυμπιονίκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →