Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολόγλυφος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν γλύψει, τον έχουν επεξεργαστεί ή σκαλίσει απ’ όλες τις πλευρές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολόγλυφος < ολο- + γλύφω + -ος < αρχαία ελληνική ολόγλυφος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *glewbʰ- (χωρίζω, διαιρώ)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόγλυφοςολόγλυφηολόγλυφο
Γενικήολόγλυφουολόγλυφηςολόγλυφου
Αιτιατικήολόγλυφοολόγλυφηολόγλυφο
Κλητικήολόγλυφεολόγλυφηολόγλυφο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόγλυφοιολόγλυφεςολόγλυφα
Γενικήολόγλυφωνολόγλυφωνολόγλυφων
Αιτιατικήολόγλυφουςολόγλυφεςολόγλυφα
Κλητικήολόγλυφοιολόγλυφεςολόγλυφα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →