ολόγυμνος
•
- επιτατικό επίθετοαυτός που είναι εντελώς γυμνός, που δε φοράει κανένα απολύτως ρούχο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολόγυμνος ολό- (: πλήρως) + γυμνός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόγυμνος | ολόγυμνη | ολόγυμνο |
| Γενική | ολόγυμνου | ολόγυμνης | ολόγυμνου |
| Αιτιατική | ολόγυμνο | ολόγυμνη | ολόγυμνο |
| Κλητική | ολόγυμνε | ολόγυμνη | ολόγυμνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόγυμνοι | ολόγυμνες | ολόγυμνα |
| Γενική | ολόγυμνων | ολόγυμνων | ολόγυμνων |
| Αιτιατική | ολόγυμνους | ολόγυμνες | ολόγυμνα |
| Κλητική | ολόγυμνοι | ολόγυμνες | ολόγυμνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →