Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολόγυμνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. επιτατικό επίθετοαυτός που είναι εντελώς γυμνός, που δε φοράει κανένα απολύτως ρούχο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολόγυμνος ολό- (: πλήρως) + γυμνός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόγυμνοςολόγυμνηολόγυμνο
Γενικήολόγυμνουολόγυμνηςολόγυμνου
Αιτιατικήολόγυμνοολόγυμνηολόγυμνο
Κλητικήολόγυμνεολόγυμνηολόγυμνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόγυμνοιολόγυμνεςολόγυμνα
Γενικήολόγυμνωνολόγυμνωνολόγυμνων
Αιτιατικήολόγυμνουςολόγυμνεςολόγυμνα
Κλητικήολόγυμνοιολόγυμνεςολόγυμνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →