ολόθυμος
•
- που πηγάζει από τα βάθη της ψυχής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολόθυμος < ολο- + θυμός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόθυμος | ολόθυμη | ολόθυμο |
| Γενική | ολόθυμου | ολόθυμης | ολόθυμου |
| Αιτιατική | ολόθυμο | ολόθυμη | ολόθυμο |
| Κλητική | ολόθυμε | ολόθυμη | ολόθυμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόθυμοι | ολόθυμες | ολόθυμα |
| Γενική | ολόθυμων | ολόθυμων | ολόθυμων |
| Αιτιατική | ολόθυμους | ολόθυμες | ολόθυμα |
| Κλητική | ολόθυμοι | ολόθυμες | ολόθυμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →