Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολόισιος

/oˈlo.i.sços/επίθετο, αρσενικό
•
  1. επιτατικό επίθετοεντελώς ίσιος Βικιλεξικό
    • Καλαμιές ξεφυτρώνουν μέσα από τα νερά, ολόισιες σαν ακόντια ενός καταποντισμένου στρατού. (Βασίλης Αλεξάκης (1995) Η μητρική γλώσσα)

Ετυμολογία

ολόισιος < ολό- + ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόισιοςολόισιαολόισιο
Γενικήολόισιουολόισιαςολόισιου
Αιτιατικήολόισιοολόισιαολόισιο
Κλητικήολόισιεολόισιαολόισιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόισιοιολόισιεςολόισια
Γενικήολόισιωνολόισιωνολόισιων
Αιτιατικήολόισιουςολόισιεςολόισια
Κλητικήολόισιοιολόισιεςολόισια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →