ολόκαρδος
•
- μεταφορικάπου πηγάζει από τα βάθη της καρδιάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολόκαρδος < μεσαιωνική ελληνική ολόκαρδος. Μορφολογικά αναλύεται σε ολό- + -καρδος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόκαρδος | ολόκαρδη | ολόκαρδο |
| Γενική | ολόκαρδου | ολόκαρδης | ολόκαρδου |
| Αιτιατική | ολόκαρδο | ολόκαρδη | ολόκαρδο |
| Κλητική | ολόκαρδε | ολόκαρδη | ολόκαρδο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόκαρδοι | ολόκαρδες | ολόκαρδα |
| Γενική | ολόκαρδων | ολόκαρδων | ολόκαρδων |
| Αιτιατική | ολόκαρδους | ολόκαρδες | ολόκαρδα |
| Κλητική | ολόκαρδοι | ολόκαρδες | ολόκαρδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →