Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολόλαμπρος

/oˈlo.lam.bɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι πάρα πολύ λαμπρός Βικιλεξικό
  2. ολόλαμπρος ήλιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολόλαμπρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὁλόλαμπρος. Συγχρονικά αναλύτεται σε ολό- + λαμπρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόλαμπροςολόλαμπρηολόλαμπρο
Γενικήολόλαμπρουολόλαμπρηςολόλαμπρου
Αιτιατικήολόλαμπροολόλαμπρηολόλαμπρο
Κλητικήολόλαμπρεολόλαμπρηολόλαμπρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόλαμπροιολόλαμπρεςολόλαμπρα
Γενικήολόλαμπρωνολόλαμπρωνολόλαμπρων
Αιτιατικήολόλαμπρουςολόλαμπρεςολόλαμπρα
Κλητικήολόλαμπροιολόλαμπρεςολόλαμπρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →