ολόλαμπρος
•
- που είναι πάρα πολύ λαμπρός Βικιλεξικό
- ολόλαμπρος ήλιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολόλαμπρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὁλόλαμπρος. Συγχρονικά αναλύτεται σε ολό- + λαμπρός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόλαμπρος | ολόλαμπρη | ολόλαμπρο |
| Γενική | ολόλαμπρου | ολόλαμπρης | ολόλαμπρου |
| Αιτιατική | ολόλαμπρο | ολόλαμπρη | ολόλαμπρο |
| Κλητική | ολόλαμπρε | ολόλαμπρη | ολόλαμπρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόλαμπροι | ολόλαμπρες | ολόλαμπρα |
| Γενική | ολόλαμπρων | ολόλαμπρων | ολόλαμπρων |
| Αιτιατική | ολόλαμπρους | ολόλαμπρες | ολόλαμπρα |
| Κλητική | ολόλαμπροι | ολόλαμπρες | ολόλαμπρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →