ολόμαυρος
•
- επιτατικό επίθετοσυνώνυμο του κατάμαυρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ολόμαυρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὁλόμαυρος < ὁλό- + ελληνιστική κοινή μαῦρος / μαυρός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόμαυρος | ολόμαυρη | ολόμαυρο |
| Γενική | ολόμαυρου | ολόμαυρης | ολόμαυρου |
| Αιτιατική | ολόμαυρο | ολόμαυρη | ολόμαυρο |
| Κλητική | ολόμαυρε | ολόμαυρη | ολόμαυρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόμαυροι | ολόμαυρες | ολόμαυρα |
| Γενική | ολόμαυρων | ολόμαυρων | ολόμαυρων |
| Αιτιατική | ολόμαυρους | ολόμαυρες | ολόμαυρα |
| Κλητική | ολόμαυροι | ολόμαυρες | ολόμαυρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →