Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολόμοιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου είναι τελείως όμοιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολόμοιος < μεσαιωνική ελληνική ολόμοιος < όλ(ος) + όμοιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόμοιοςολόμοιαολόμοιο
Γενικήολόμοιουολόμοιαςολόμοιου
Αιτιατικήολόμοιοολόμοιαολόμοιο
Κλητικήολόμοιεολόμοιαολόμοιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόμοιοιολόμοιεςολόμοια
Γενικήολόμοιωνολόμοιωνολόμοιων
Αιτιατικήολόμοιουςολόμοιεςολόμοια
Κλητικήολόμοιοιολόμοιεςολόμοια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →