Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολόξενος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. τελείως ξένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ολόξενος < μεσαιωνική ελληνική ολόξενος < ολό- + ξένος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόξενοςολόξενηολόξενο
Γενικήολόξενουολόξενηςολόξενου
Αιτιατικήολόξενοολόξενηολόξενο
Κλητικήολόξενεολόξενηολόξενο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόξενοιολόξενεςολόξενα
Γενικήολόξενωνολόξενωνολόξενων
Αιτιατικήολόξενουςολόξενεςολόξενα
Κλητικήολόξενοιολόξενεςολόξενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →