ολόπικρος
•
- πολύ πικρός Βικιλεξικό
- Στα ακρογιάλια εκείνα του ολόπικρου πόνου και του αγιάτρευτου καημού τρέξανε οι γριές πονόψυχες πλουτοκράτισσες, παλιές Μαγδαληνές, να προμηθευτούνε δούλες χάρισμα.
Ετυμολογία
ολόπικρος < μεσαιωνική ελληνική ὁλόπικρος. Μορφολογικά αναλύεται σε ολό- + πικρός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόπικρος | ολόπικρη | ολόπικρο |
| Γενική | ολόπικρου | ολόπικρης | ολόπικρου |
| Αιτιατική | ολόπικρο | ολόπικρη | ολόπικρο |
| Κλητική | ολόπικρε | ολόπικρη | ολόπικρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόπικροι | ολόπικρες | ολόπικρα |
| Γενική | ολόπικρων | ολόπικρων | ολόπικρων |
| Αιτιατική | ολόπικρους | ολόπικρες | ολόπικρα |
| Κλητική | ολόπικροι | ολόπικρες | ολόπικρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →