Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολόπικρος

/oˈlo.pi.kɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολύ πικρός Βικιλεξικό
    • Στα ακρογιάλια εκείνα του ολόπικρου πόνου και του αγιάτρευτου καημού τρέξανε οι γριές πονόψυχες πλουτοκράτισσες, παλιές Μαγδαληνές, να προμηθευτούνε δούλες χάρισμα.

Ετυμολογία

ολόπικρος < μεσαιωνική ελληνική ὁλόπικρος. Μορφολογικά αναλύεται σε ολό- + πικρός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόπικροςολόπικρηολόπικρο
Γενικήολόπικρουολόπικρηςολόπικρου
Αιτιατικήολόπικροολόπικρηολόπικρο
Κλητικήολόπικρεολόπικρηολόπικρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόπικροιολόπικρεςολόπικρα
Γενικήολόπικρωνολόπικρωνολόπικρων
Αιτιατικήολόπικρουςολόπικρεςολόπικρα
Κλητικήολόπικροιολόπικρεςολόπικρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →