Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ολόσωμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δείχνει ολόκληρο το σώμα και όχι μόνο ένα μέρος του Βικιλεξικό
    • ολόσωμη φωτογραφία
  2. που καλύπτει ολόκληρο τον κορμό Βικιλεξικό
    • ολόσωμο μαγιό

Ετυμολογία

ολόσωμος < ελληνιστική κοινή ὁλόσωμος, μορφολογικά αναλύεται ολό- + -σωμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόσωμης / ολόσωμοςολόσωμα / ολόσωμηολόσωμικο / ολόσωμο
Γενικήολόσωμηολόσωμαςολόσωμικου
Αιτιατικήολόσωμηολόσωμαολόσωμικο
Κλητικήολόσωμηολόσωμαολόσωμικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήολόσωμηδεςολόσωμεςολόσωμικα
Γενικήολόσωμηδων—ολόσωμικων
Αιτιατικήολόσωμηδεςολόσωμεςολόσωμικα
Κλητικήολόσωμηδεςολόσωμεςολόσωμικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →