ολόχρυσος
•
- που είναι φτιαγμένος ολόκληρος από χρυσό Βικιλεξικό
- φορούσε ένα ολόχρυσο ρολόι
- Και ός τις νικήση απ' το λαό νάχη τιμή μεγάλη,
- (Βιτσέντζος Κορνάρος, Ερωτόκριτος, Βενετία, Ελληνικό τυπογραφείο του Φοίνικος, 1862, σελ. 49)
- που έχει έντονο χρυσαφί χρώμα ή αναφερόμενο σε ξανθιά μαλλιά Βικιλεξικό
- τα μαλλάκια του παιδιού είναι ολόχρυσα
- Μέσα ’ς τὴ τόση ταραχὴ μεσ’ ’ς τοῦ χοροῦ τὴ ζάλη
- (Διονύσιος Μάργαρης, ’Σ την Άννα, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890 του Κωνσταντίνου Σκόκου)
- μεταφορικάγεμάτος καλοσύνη Βικιλεξικό
- έχει ολόχρυση καρδιά
Ετυμολογία
ολόχρυσος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὁλόχρυσος < ὅλος + ουσιαστικό χρυσός + κατάληξη -ος. Συγχρονικά αναλύεται σε ολό- + επίθετο χρυσός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόχρυσος | ολόχρυση | ολόχρυσο |
| Γενική | ολόχρυσου | ολόχρυσης | ολόχρυσου |
| Αιτιατική | ολόχρυσο | ολόχρυση | ολόχρυσο |
| Κλητική | ολόχρυσε | ολόχρυση | ολόχρυσο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολόχρυσοι | ολόχρυσες | ολόχρυσα |
| Γενική | ολόχρυσων | ολόχρυσων | ολόχρυσων |
| Αιτιατική | ολόχρυσους | ολόχρυσες | ολόχρυσα |
| Κλητική | ολόχρυσοι | ολόχρυσες | ολόχρυσα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →