ολύμπιος
•
- για τους 12 θεούς της αρχαίας ελληνικής θρησκείαςπου κατοικεί στον Όλυμπο Βικιλεξικό
- που αναφέρεται ή ανήκει ή ταιριάζει στους 12 θεούς του Ολύμπου Βικιλεξικό
- τον κοίταγε με ολύμπια αταραξία
Ετυμολογία
ολύμπιος < αρχαία ελληνική Ὀλύμπιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολύμπιος | ολύμπια | ολύμπιο |
| Γενική | ολύμπιου | ολύμπιας | ολύμπιου |
| Αιτιατική | ολύμπιο | ολύμπια | ολύμπιο |
| Κλητική | ολύμπιε | ολύμπια | ολύμπιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ολύμπιοι | ολύμπιες | ολύμπια |
| Γενική | ολύμπιων | ολύμπιων | ολύμπιων |
| Αιτιατική | ολύμπιους | ολύμπιες | ολύμπια |
| Κλητική | ολύμπιοι | ολύμπιες | ολύμπια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →