Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομήγυρη

/oˈmi.ʝi.ɾi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συνάθροιση μικρού αριθμού ανθρώπων Βικιλεξικό
    • Όταν πια ο μπαρμπέρης κόψει το ενοχλητικό δέρμα και το δείξει σ' όλη την ομήγυρη, τότε η μητέρα κερνάει τους καλεσμένους χουσάφι. Αυτό είναι ένα ειδικό γλύκισμα φτιαγμένο από στάρι, σταφίδες, χουρμάδες, σύκα και ξερά φασόλια που τα βράζουν όλα μαζί για πολλές ώρες. (Κώστας Ακριβός, Καιρός για θαύματα, εκδ. Κέδρος, 2005, σελ. 122)

Ετυμολογία

ομήγυρη < αρχαία ελληνική ὁμήγυρις < ὁμοῦ και ἀγείρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήομήγυρηομηγύρεις
Γενικήομήγυρηςομηγύρεων
Αιτιατικήομήγυρηομηγύρεις
Κλητικήομήγυρηομηγύρεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →