ομαδάρχισσα
•
- η αρχηγός κάποιας ομάδας. Χρησιμοποιείται συνήθως για αρχηγό ομάδας σε κατασκήνωση αλλά και γενικότερα οποιασδήποτε ομάδας. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομαδάρχισσα < ομαδάρχης + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομαδάρχισσα | ομαδάρχισσες |
| Γενική | ομαδάρχισσας | ομαδαρχισσών |
| Αιτιατική | ομαδάρχισσα | ομαδάρχισσες |
| Κλητική | ομαδάρχισσα | ομαδάρχισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →