Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομαδάρχισσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αρχηγός κάποιας ομάδας. Χρησιμοποιείται συνήθως για αρχηγό ομάδας σε κατασκήνωση αλλά και γενικότερα οποιασδήποτε ομάδας. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομαδάρχισσα < ομαδάρχης + κατάληξη θηλυκού -ισσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήομαδάρχισσαομαδάρχισσες
Γενικήομαδάρχισσαςομαδαρχισσών
Αιτιατικήομαδάρχισσαομαδάρχισσες
Κλητικήομαδάρχισσαομαδάρχισσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →