ομαδοποίηση
•
- η δημιουργία ομάδων από συναφή αντικείμενα Βικιλεξικό
- η δημιουργία ομάδων που αποτελούνται από πρόσωπα με συναφείς ιδιότητες, ιδέες, συμφέροντα ή στόχους, εις βάρος της ενότητας ενός ευρύτερου συνόλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομαδοποίηση < ομάδ(α) + -ο- + -ποίηση, απόδοση για τη γαλλική groupement
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομαδοποίηση | ομαδοποιήσεις |
| Γενική | ομαδοποίησης | ομαδοποιήσεων |
| Αιτιατική | ομαδοποίηση | ομαδοποιήσεις |
| Κλητική | ομαδοποίηση | ομαδοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →