ομαλίζω
•
- κάνω κάτι σταθερό, ομαλό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομαλίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁμαλίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ομαλίζω | ομαλίζεις | ομαλίζει | ομαλίζουμε | ομαλίζετε | ομαλίζουν / ομαλίζουνε |
| Παρατατικός | ομάλιζα | ομάλιζες | ομάλιζε | ομαλίζαμε | ομαλίζατε | ομάλιζαν / ομαλίζαν / ομαλίζανε |
| Αόριστος | ομάλισα | ομάλισες | ομάλισε | ομαλίσαμε | ομαλίσατε | ομάλισαν / ομαλίσαν / ομαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα ομαλίζω / θα ομαλίσω | θα ομαλίζεις / θα ομαλίσεις | θα ομαλίζει / θα ομαλίσει | θα ομαλίζουμε / θα ομαλίσουμε | θα ομαλίζετε / θα ομαλίσετε | θα ομαλίζουν / θα ομαλίζουνε / θα ομαλίσουν / θα ομαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ομαλίσει | έχεις ομαλίσει | έχει ομαλίσει | έχουμε ομαλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ομαλίσει | είχες ομαλίσει | είχε ομαλίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ομαλίσει / να ομαλίζω / να ομαλίσω | να έχεις ομαλίσει / να ομαλίζεις / να ομαλίσεις | να έχει ομαλίσει / να ομαλίζει / να ομαλίσει | να έχουμε ομαλίσει / να ομαλίζουμε / να ομαλίσουμε | να ομαλίζετε / να ομαλίσετε | να ομαλίζουν / να ομαλίζουνε / να ομαλίσουν / να ομαλίσουνε |
| Προστακτική | — | ομάλιζε / ομάλισε | — | — | ομαλίζετε / ομαλίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ομαλίστηκαομαλίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →