ομαλοποιούμαι
•
- επανέρχομαι σε φυσιολογικούς ρυθμους, εξομαλύνομαι Βικιλεξικό
- ομαλοποιείται σιγά-σιγά η ζωή στην πόλη μετά από το πέρασμα του τυφώνα
- εξομαλύνομαι, γίνομαι επίπεδος Βικιλεξικό
- η επιφάνεια στα ξύλινα παθαρυρόφυλλα προτού περαστεί με βερνίκι, πρέπει να ομαλοποιείται με τριβείο ή γυαλόχαρτο
Ετυμολογία
ομαλοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος ομαλοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ομαλοποιούμαι | ομαλοποιείσαι | ομαλοποιείται | ομαλοποιούμαστε | ομαλοποιείστε | ομαλοποιούνται |
| Παρατατικός | ομαλοποιούμουν | ομαλοποιούσουν | ομαλοποιούνταν | ομαλοποιούμασταν / ομαλοποιούμαστε | ομαλοποιούσασταν / ομαλοποιούσαστε | ομαλοποιούνταν |
| Αόριστος | ομαλοποιήθηκα | ομαλοποιήθηκες | ομαλοποιήθηκε | ομαλοποιηθήκαμε | ομαλοποιηθήκατε | ομαλοποιήθηκαν / ομαλοποιηθήκαν / ομαλοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα ομαλοποιηθώ / θα ομαλοποιούμαι | θα ομαλοποιείσαι / θα ομαλοποιηθείς | θα ομαλοποιείται / θα ομαλοποιηθεί | θα ομαλοποιηθούμε / θα ομαλοποιούμαστε | θα ομαλοποιείστε / θα ομαλοποιηθείτε | θα ομαλοποιηθούν / θα ομαλοποιηθούνε / θα ομαλοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω ομαλοποιηθεί | έχεις ομαλοποιηθεί | έχει ομαλοποιηθεί | έχουμε ομαλοποιηθεί | έχετε ομαλοποιηθεί | έχουν ομαλοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα ομαλοποιηθεί | είχες ομαλοποιηθεί | είχε ομαλοποιηθεί | είχαμε ομαλοποιηθεί | είχατε ομαλοποιηθεί | είχαν ομαλοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω ομαλοποιηθεί / να ομαλοποιηθώ / να ομαλοποιούμαι | να έχεις ομαλοποιηθεί / να ομαλοποιείσαι / να ομαλοποιηθείς | να έχει ομαλοποιηθεί / να ομαλοποιείται / να ομαλοποιηθεί | να έχουμε ομαλοποιηθεί / να ομαλοποιηθούμε / να ομαλοποιούμαστε | να έχετε ομαλοποιηθεί / να ομαλοποιείστε / να ομαλοποιηθείτε | να έχουν ομαλοποιηθεί / να ομαλοποιηθούν / να ομαλοποιηθούνε / να ομαλοποιούνται |
| Προστακτική | — | ομαλοποιήσου | — | — | ομαλοποιείστε / ομαλοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →