ομαλότητα
•
- κυριολεκτικάτο να είναι κάποιος ή κάτι ομαλό(ς), η ιδιότητα του ομαλού Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο να είναι κάποιος ή κάτι ομαλό(ς), η ιδιότητα του ομαλού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομαλότητα < αρχαία ελληνική ὁμαλότης ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική normalité )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομαλότητα | ομαλότητες |
| Γενική | ομαλότητας | ομαλοτήτων |
| Αιτιατική | ομαλότητα | ομαλότητες |
| Κλητική | ομαλότητα | ομαλότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →