Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομελέτα

/o.meˈle.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γαστρονομίαφαγητό που παρασκευάζεται από χτυπημένα αβγά, μαγειρεμένα με λάδι στο τηγάνι, στα οποία προστίθενται ενίοτε κι άλλα υλικά, όπως τυρί, αλλαντικά, πατάτες κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομελέτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική omelette < λατινική lamella, υποκοριστικό του lamina (λεπτό πιάτο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήομελέταομελέτες
Γενικήομελέτας—
Αιτιατικήομελέταομελέτες
Κλητικήομελέταομελέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →