ομελέτα
•
- γαστρονομίαφαγητό που παρασκευάζεται από χτυπημένα αβγά, μαγειρεμένα με λάδι στο τηγάνι, στα οποία προστίθενται ενίοτε κι άλλα υλικά, όπως τυρί, αλλαντικά, πατάτες κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομελέτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική omelette < λατινική lamella, υποκοριστικό του lamina (λεπτό πιάτο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομελέτα | ομελέτες |
| Γενική | ομελέτας | — |
| Αιτιατική | ομελέτα | ομελέτες |
| Κλητική | ομελέτα | ομελέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →