ομερτά
•
- ο κώδικας σιωπής που επιβάλλεται στα μέλη μιας εγκληματικής οργάνωσης (π.χ. μαφίας), που απαγορεύει την αποκάλυψη εμπιστευτικών μυστικών σε αστυνομικές ή άλλες αρχές Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοποιοσδήποτε κώδικας σιωπής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομερτά < (άμεσο δάνειο) ιταλική omertà, διαλεκτική μορφή του umiltà (ταπεινοφροσύνη) < λατινική humilitas < humilis < humus (ή ιταλική omertà < ισπανική hombredad < hombre < λατινική homo)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →