ομιλητικός
•
- που του αρέσει να μιλάει αρκετά με άλλους ανθρώπους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομιλητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁμιλητικός (με ευχάριστες κοινωνικές σχέσεις) < ὁμιλητής < ὁμιλέω < → δείτε ὅμιλος και -ιλος. Μορφολογικά αναλύεται σε (ομιλώ) ομιλη- + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομιλητικός | ομιλητική | ομιλητικό |
| Γενική | ομιλητικού | ομιλητικής | ομιλητικού |
| Αιτιατική | ομιλητικό | ομιλητική | ομιλητικό |
| Κλητική | ομιλητικέ | ομιλητική | ομιλητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομιλητικοί | ομιλητικές | ομιλητικά |
| Γενική | ομιλητικών | ομιλητικών | ομιλητικών |
| Αιτιατική | ομιλητικούς | ομιλητικές | ομιλητικά |
| Κλητική | ομιλητικοί | ομιλητικές | ομιλητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →