Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομιλητικός

/o.mi.li.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που του αρέσει να μιλάει αρκετά με άλλους ανθρώπους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομιλητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁμιλητικός (με ευχάριστες κοινωνικές σχέσεις) < ὁμιλητής < ὁμιλέω < → δείτε ὅμιλος και -ιλος. Μορφολογικά αναλύεται σε (ομιλώ) ομιλη- + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομιλητικόςομιλητικήομιλητικό
Γενικήομιλητικούομιλητικήςομιλητικού
Αιτιατικήομιλητικόομιλητικήομιλητικό
Κλητικήομιλητικέομιλητικήομιλητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομιλητικοίομιλητικέςομιλητικά
Γενικήομιλητικώνομιλητικώνομιλητικών
Αιτιατικήομιλητικούςομιλητικέςομιλητικά
Κλητικήομιλητικοίομιλητικέςομιλητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →