Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομνύω

/oˈmni.o/ρήμα
•
  1. λόγιοορκίζομαι, παίρνω όρκο, δίνω όρκο, όρκο ιερό Βικιλεξικό
    • Ομνύω εις το όνομα της Aγίας και Ομοουσίου και Aδιαιρέτου Tριάδος να φυλάττω το Σύνταγμα και τους νόμους.
    • Ομνύει κάθε τόσο ν’ αρχίσει πιο καλή ζωή. Αλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα […] στην ίδια μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπηαίνει.

Ετυμολογία

ομνύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀμνύω, μορφή του ὄμνυμι

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςομνύωομνύειςομνύειομνύουμεομνύετεομνύουν / ομνύουνε
Παρατατικόςόμνυαόμνυεςόμνυεομνύαμεομνύατεομνύαν / ομνύανε / όμνυαν
Αόριστοςώμοσαώμοσεςώμοσεωμόσαμεωμόσατεωμόσαν / ωμόσανε / ώμοσαν
Μέλλονταςθα ομνύω / θα ωμόσωθα ομνύεις / θα ωμόσειςθα ομνύει / θα ωμόσειθα ομνύουμε / θα ωμόσουμεθα ομνύετε / θα ωμόσετεθα ομνύουν / θα ομνύουνε / θα ωμόσουνε
Παρακείμενοςέχω ωμόσειέχεις ωμόσειέχει ωμόσειέχουμε ωμόσειέχετε ωμόσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ωμόσειείχες ωμόσειείχε ωμόσειείχαμε ωμόσει——
Υποτακτικήνα έχω ωμόσει / να ομνύω / να ωμόσωνα έχεις ωμόσει / να ομνύεις / να ωμόσειςνα έχει ωμόσει / να ομνύει / να ωμόσεινα έχουμε ωμόσει / να ομνύουμε / να ωμόσουμενα έχετε ωμόσει / να ομνύετε / να ωμόσετενα ομνύουν / να ομνύουνε / να ωμόσουνε
Προστακτική—όμνυε / ώμοσε——ομνύετε / ωμόστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ωμόσουν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →