ομνύω
•
- λόγιοορκίζομαι, παίρνω όρκο, δίνω όρκο, όρκο ιερό Βικιλεξικό
- Ομνύω εις το όνομα της Aγίας και Ομοουσίου και Aδιαιρέτου Tριάδος να φυλάττω το Σύνταγμα και τους νόμους.
- Ομνύει κάθε τόσο ν’ αρχίσει πιο καλή ζωή. Αλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα […] στην ίδια μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπηαίνει.
Ετυμολογία
ομνύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀμνύω, μορφή του ὄμνυμι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ομνύω | ομνύεις | ομνύει | ομνύουμε | ομνύετε | ομνύουν / ομνύουνε |
| Παρατατικός | όμνυα | όμνυες | όμνυε | ομνύαμε | ομνύατε | ομνύαν / ομνύανε / όμνυαν |
| Αόριστος | ώμοσα | ώμοσες | ώμοσε | ωμόσαμε | ωμόσατε | ωμόσαν / ωμόσανε / ώμοσαν |
| Μέλλοντας | θα ομνύω / θα ωμόσω | θα ομνύεις / θα ωμόσεις | θα ομνύει / θα ωμόσει | θα ομνύουμε / θα ωμόσουμε | θα ομνύετε / θα ωμόσετε | θα ομνύουν / θα ομνύουνε / θα ωμόσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ωμόσει | έχεις ωμόσει | έχει ωμόσει | έχουμε ωμόσει | έχετε ωμόσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ωμόσει | είχες ωμόσει | είχε ωμόσει | είχαμε ωμόσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ωμόσει / να ομνύω / να ωμόσω | να έχεις ωμόσει / να ομνύεις / να ωμόσεις | να έχει ωμόσει / να ομνύει / να ωμόσει | να έχουμε ωμόσει / να ομνύουμε / να ωμόσουμε | να έχετε ωμόσει / να ομνύετε / να ωμόσετε | να ομνύουν / να ομνύουνε / να ωμόσουνε |
| Προστακτική | — | όμνυε / ώμοσε | — | — | ομνύετε / ωμόστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ωμόσουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →