Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομοίωμα

/oˈmi.o.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αντικείμενο που κατασκευάστηκε έτσι ώστε να είναι όμοιο εξωτερικά με άνθρωπο, ζώο ή πράγμα, χωρίς όμως να έχει τις λειτουργίες του προτύπου του Βικιλεξικό
    • μουσείο κέρινων ομοιωμάτων
    • Ομοίωμα βόμβας εντοπίστηκε στο Αρχηγείο της Πυροσβεστικής (τίτλος άρθρου στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 9 Μαρτίου 2012)

Ετυμολογία

ομοίωμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀμοίωμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήομοίωμαομοιώματα
Γενικήομοιώματοςομοιωμάτων
Αιτιατικήομοίωμαομοιώματα
Κλητικήομοίωμαομοιώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →