ομοίωμα
•
- αντικείμενο που κατασκευάστηκε έτσι ώστε να είναι όμοιο εξωτερικά με άνθρωπο, ζώο ή πράγμα, χωρίς όμως να έχει τις λειτουργίες του προτύπου του Βικιλεξικό
- μουσείο κέρινων ομοιωμάτων
- Ομοίωμα βόμβας εντοπίστηκε στο Αρχηγείο της Πυροσβεστικής (τίτλος άρθρου στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 9 Μαρτίου 2012)
Ετυμολογία
ομοίωμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀμοίωμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομοίωμα | ομοιώματα |
| Γενική | ομοιώματος | ομοιωμάτων |
| Αιτιατική | ομοίωμα | ομοιώματα |
| Κλητική | ομοίωμα | ομοιώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →