Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομοβροντία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ρίψη βλημάτων από πολλά πυροβόλα ταυτοχρόνως Βικιλεξικό
    • Μια ομοβροντία του είχε σκοτώσει έναν εύζωνο μια μέρα, και την επαύριο άλλη ομοβροντία, από μες από τα καλάμια, πλήγωσε θανάσιμα άλλον ένα (Πηνελόπη Δέλτα, Στα μυστικά του βάλτου, Κεφάλαιο ΙΔ, 1937)
  2. μεταφορικάη συντονισμένη επανάληψη ενεργειών ή πράξεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομοβροντία < ομο- + βροντή + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήομοβροντίαομοβροντίες
Γενικήομοβροντίαςομοβροντιών
Αιτιατικήομοβροντίαομοβροντίες
Κλητικήομοβροντίαομοβροντίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →