Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομογάστριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γεννήθηκε από την ίδια μητέρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομογάστριος < αρχαία ελληνική ὁμογάστριος < ὁμός + γαστήρ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομογάστριοςομογάστριαομογάστριο
Γενικήομογάστριουομογάστριαςομογάστριου
Αιτιατικήομογάστριοομογάστριαομογάστριο
Κλητικήομογάστριεομογάστριαομογάστριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομογάστριοιομογάστριεςομογάστρια
Γενικήομογάστριωνομογάστριωνομογάστριων
Αιτιατικήομογάστριουςομογάστριεςομογάστρια
Κλητικήομογάστριοιομογάστριεςομογάστρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →