ομογλωσσία
•
- το να μιλά κανείς την ίδια γλώσσα με κάποιον άλλον Βικιλεξικό
- σύνολο συγγενών γλωσσών με κοινή καταγωγή Βικιλεξικό
- τα ιταλικά, τα ισπανικά, τα πορτογαλικά, ανήκουν στη λατινική ομογλωσσία
- ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία
Ετυμολογία
ομογλωσσία < ομόγλωσσ(ος) + -ία / (ομο- + -γλωσσία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομογλωσσία | ομογλωσσίες |
| Γενική | ομογλωσσίας | ομογλωσσιών |
| Αιτιατική | ομογλωσσία | ομογλωσσίες |
| Κλητική | ομογλωσσία | ομογλωσσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →