Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομογνωμώ

/o.mo.ɣnoˈmo./ρήμα
•
  1. λόγιοείμαι σύμφωνος, συμφωνώ, ομοφρονώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομογνωμώ < ομόγνωμος + -ώ < αρχαία ελληνική ὁμογνώμων < ὁμοῦ + γνώμη < γιγνώσκω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςομογνωμώομογνωμείςομογνωμείομογνωμούμεομογνωμείτεομογνωμούν / ομογνωμούνε
Παρατατικόςομογνωμούσαομογνωμούσεςομογνωμούσεομογνωμούσαμεομογνωμούσατεομογνωμούσαν / ομογνωμούσανε
Αόριστοςομογνώμησαομογνώμησεςομογνώμησεομογνωμήσαμεομογνωμήσατεομογνωμήσαν / ομογνωμήσανε / ομογνώμησαν
Μέλλονταςθα ομογνωμήσω / θα ομογνωμώθα ομογνωμήσεις / θα ομογνωμείςθα ομογνωμήσει / θα ομογνωμείθα ομογνωμήσουμε / θα ομογνωμούμεθα ομογνωμήσετε / θα ομογνωμείτεθα ομογνωμήσουν / θα ομογνωμήσουνε / θα ομογνωμούν / θα ομογνωμούνε
Παρακείμενοςέχω ομογνωμήσειέχεις ομογνωμήσειέχει ομογνωμήσειέχουμε ομογνωμήσειέχετε ομογνωμήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ομογνωμήσειείχες ομογνωμήσειείχε ομογνωμήσειείχαμε ομογνωμήσει——
Υποτακτικήνα έχω ομογνωμήσει / να ομογνωμήσω / να ομογνωμώνα έχεις ομογνωμήσει / να ομογνωμήσεις / να ομογνωμείςνα έχει ομογνωμήσει / να ομογνωμήσει / να ομογνωμείνα έχουμε ομογνωμήσει / να ομογνωμήσουμε / να ομογνωμούμενα έχετε ομογνωμήσει / να ομογνωμήσετε / να ομογνωμείτενα ομογνωμήσουν / να ομογνωμήσουνε / να ομογνωμούν / να ομογνωμούνε
Προστακτική—ομογνώμει / ομογνώμησε——ομογνωμήστε / ομογνωμείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →