Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομοεθνής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι της ίδιας εθνικότητας με κάποιον ή που κατάγεται από την ίδια χώρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομοεθνής < < αρχαία ελληνική ὁμοεθνής < ὁμοῦ + ἔθνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομοεθνήςομοεθνήςομοεθνές
Γενικήομοεθνούςομοεθνούςομοεθνούς
Αιτιατικήομοεθνήομοεθνήομοεθνές
Κλητικήομοεθνή / ομοεθνήςομοεθνήςομοεθνές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομοεθνείςομοεθνείςομοεθνή
Γενικήομοεθνώνομοεθνώνομοεθνών
Αιτιατικήομοεθνείςομοεθνείςομοεθνή
Κλητικήομοεθνείςομοεθνείςομοεθνή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →