ομοηχία
•
- γραμματικήτο να είναι κάποιος ή κάτι ομόηχο(ς), η ιδιότητα του ομόηχου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομοηχία < ομόηχος + -ία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική homophonie)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομοηχία | ομοηχίες |
| Γενική | ομοηχίας | ομοηχιών |
| Αιτιατική | ομοηχία | ομοηχίες |
| Κλητική | ομοηχία | ομοηχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →