ομοιοκαταληξία
•
- η επανάληψη των ίδιων καταλήξεων σε στίχους ενός ποιήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομοιοκαταληξία < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ὁμοιοκαταληξία (όρος γραμματικής: με όμοιες καταλήξεις) < ελληνιστική κοινή ὁμοιοκατάληκτος. Συγχρονικά αναλύεται σε ομοιο- +καταλήγω/κατάληξη, καταληξ- + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομοιοκαταληξία | ομοιοκαταληξίες |
| Γενική | ομοιοκαταληξίας | ομοιοκαταληξιών |
| Αιτιατική | ομοιοκαταληξία | ομοιοκαταληξίες |
| Κλητική | ομοιοκαταληξία | ομοιοκαταληξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →