ομοιοπολικός δεσμός
•
- χημείαχημικός δεσμός μεταξύ δυο ατόμων, στον οποίο το άτομα μοιράζονται ένα ή περισσότερα ηλεκτρόνια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομοιοπολικός δεσμός < ομοιοπολικός & δεσμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομοιοπολικός δεσμός | ομοιοπολικοί δεσμοί |
| Γενική | ομοιοπολικού δεσμού | ομοιοπολικών δεσμών |
| Αιτιατική | ομοιοπολικό δεσμό | ομοιοπολικούς δεσμούς |
| Κλητική | ομοιοπολικέ δεσμέ | ομοιοπολικοί δεσμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →