ομοιόφωνος
•
- αυτός που μιλάει με όμοια με άλλον Βικιλεξικό
- αυτός που ηχεί όμοια με άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομοιόφωνος < ομοιο- + -φωνος (< φωνή)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομοιόφωνος | ομοιόφωνη | ομοιόφωνο |
| Γενική | ομοιόφωνου | ομοιόφωνης | ομοιόφωνου |
| Αιτιατική | ομοιόφωνο | ομοιόφωνη | ομοιόφωνο |
| Κλητική | ομοιόφωνε | ομοιόφωνη | ομοιόφωνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομοιόφωνοι | ομοιόφωνες | ομοιόφωνα |
| Γενική | ομοιόφωνων | ομοιόφωνων | ομοιόφωνων |
| Αιτιατική | ομοιόφωνους | ομοιόφωνες | ομοιόφωνα |
| Κλητική | ομοιόφωνοι | ομοιόφωνες | ομοιόφωνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →