ομοούσιος
•
- θρησκείαπου έχει την ίδια ουσία, την ίδια φύση Βικιλεξικό
- το ουδέτερο ως ουσιαστικόομοούσιο(ν): (θρησκεία) η μία και κοινή ουσία, η ταυτότητα της ουσίας Βικιλεξικό
- το ομοούσιον της θεότητος και της άγιας Τριάδος το τρισυπόστατον (Κύριλλ. Κων/π. 371).
Ετυμολογία
ομοούσιος < ελληνιστική κοινή ὁμοούσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομοούσιος | ομοούσια | ομοούσιο |
| Γενική | ομοούσιου | ομοούσιας | ομοούσιου |
| Αιτιατική | ομοούσιο | ομοούσια | ομοούσιο |
| Κλητική | ομοούσιε | ομοούσια | ομοούσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομοούσιοι | ομοούσιες | ομοούσια |
| Γενική | ομοούσιων | ομοούσιων | ομοούσιων |
| Αιτιατική | ομοούσιους | ομοούσιες | ομοούσια |
| Κλητική | ομοούσιοι | ομοούσιες | ομοούσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →