Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομορφαίνω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόκάνω κάτι πιο όμορφο Βικιλεξικό
  2. αμετάβατογίνομαι πιο όμορφος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομορφαίνω < μεσαιωνική ελληνική ὀμορφαίνω < ὄμορφος < ἔμορφος < αρχαία ελληνική εὔμορφος < εὖ + μορφή

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςομορφαίνωομορφαίνειςομορφαίνειομορφαίνουμεομορφαίνετεομορφαίνουν / ομορφαίνουνε
Παρατατικόςομόρφαιναομόρφαινεςομόρφαινεομορφαίναμεομορφαίνατεομορφαίναν / ομορφαίνανε / ομόρφαιναν
Αόριστοςομόρφυναομόρφυνεςομόρφυνεομορφύναμεομορφύνατεομορφύναν / ομορφύνανε / ομόρφυναν
Μέλλονταςθα ομορφαίνω / θα ομορφύνωθα ομορφαίνεις / θα ομορφύνειςθα ομορφαίνει / θα ομορφύνειθα ομορφαίνουμε / θα ομορφύνουμεθα ομορφαίνετε / θα ομορφύνετεθα ομορφαίνουν / θα ομορφαίνουνε / θα ομορφύνουν / θα ομορφύνουνε
Παρακείμενοςέχω ομορφύνειέχεις ομορφύνειέχει ομορφύνειέχουμε ομορφύνειέχετε ομορφύνει—
Υπερσυντέλικοςείχα ομορφύνειείχες ομορφύνειείχε ομορφύνειείχαμε ομορφύνειείχατε ομορφύνει—
Υποτακτικήνα έχω ομορφύνει / να ομορφαίνω / να ομορφύνωνα έχεις ομορφύνει / να ομορφαίνεις / να ομορφύνειςνα έχει ομορφύνει / να ομορφαίνει / να ομορφύνεινα έχουμε ομορφύνει / να ομορφαίνουμε / να ομορφύνουμενα έχετε ομορφύνει / να ομορφαίνετε / να ομορφύνετενα ομορφαίνουν / να ομορφαίνουνε / να ομορφύνουν / να ομορφύνουνε
Προστακτική—ομόρφαινε / ομόρφυνε——ομορφαίνετε / ομορφύνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →