Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομορφονιός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. όμορφος νέος Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954.
  2. ειρωνικόάσχημος νέος που παριστάνει τον όμορφο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομορφονιός < ομορφο- + νιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήομορφονιόςομορφονιοί
Γενικήομορφονιούομορφονιών
Αιτιατικήομορφονιόομορφονιούς
Κλητικήομορφονιέομορφονιοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →