ομορφότερος
•
- συγκριτικός βαθμός του όμορφος Βικιλεξικό
- Λένε για τα Κανάρια νησιά, αλλά όταν πήγα κατάλαβα ότι τα ελληνικά είναι απείρως ομορφότερα.
- υπερθετικός βαθμός με περίφραση Βικιλεξικό
- η Μαρία είναι η ομορφότερη (απ' όλες)
Ετυμολογία
ομορφότερος < ομορφ-ότερος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομορφότερος | ομορφότερη | ομορφότερο |
| Γενική | ομορφότερου | ομορφότερης | ομορφότερου |
| Αιτιατική | ομορφότερο | ομορφότερη | ομορφότερο |
| Κλητική | ομορφότερε | ομορφότερη | ομορφότερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομορφότεροι | ομορφότερες | ομορφότερα |
| Γενική | ομορφότερων | ομορφότερων | ομορφότερων |
| Αιτιατική | ομορφότερους | ομορφότερες | ομορφότερα |
| Κλητική | ομορφότεροι | ομορφότερες | ομορφότερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →