ομοσμένος
•
- σπάνιοπου έχει γίνει με όρκο Βικιλεξικό
- σπάνιοπου έχει ορκιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομοσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ομόνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομοσμένος | ομοσμένη | ομοσμένο |
| Γενική | ομοσμένου | ομοσμένης | ομοσμένου |
| Αιτιατική | ομοσμένο | ομοσμένη | ομοσμένο |
| Κλητική | ομοσμένε | ομοσμένη | ομοσμένο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ομοσμένοι | ομοσμένες | ομοσμένα |
| Γενική | ομοσμένων | ομοσμένων | ομοσμένων |
| Αιτιατική | ομοσμένους | ομοσμένες | ομοσμένα |
| Κλητική | ομοσμένοι | ομοσμένες | ομοσμένα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →