Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομοταγής

/o.mo.taˈʝis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου έχει ταχθεί στην ίδια κατηγορία, τάξη, σειρά κ.λπ. με κάποιον άλλο Βικιλεξικό
  2. γραμματικήπου συντάσσεται παρόμοια με άλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομοταγής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὁμοταγής (τοποθετημένος στην ίδια σειρά) Μορφολογικά αναλύεται σε ομο- + -ταγής.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομοταγήςομοταγήςομοταγές
Γενικήομοταγούςομοταγούςομοταγούς
Αιτιατικήομοταγήομοταγήομοταγές
Κλητικήομοταγή / ομοταγήςομοταγήςομοταγές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομοταγείςομοταγείςομοταγή
Γενικήομοταγώνομοταγώνομοταγών
Αιτιατικήομοταγείςομοταγείςομοταγή
Κλητικήομοταγείςομοταγείςομοταγή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →