ομοταξία
•
- ταξινομίαταξινομική βαθμίδα που αποτελείται από συγγενείς μεταξύ τους τάξεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομοταξία < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική homotaxia < αρχαία ελληνική ὁμοῦ + τάσσω (ομο- + -ταξία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ομοταξία | ομοταξίες |
| Γενική | ομοταξίας | ομοταξιών |
| Αιτιατική | ομοταξία | ομοταξίες |
| Κλητική | ομοταξία | ομοταξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →