Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομοτικός

/o.mo.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γραμματικήσυνώνυμο του ορκωτικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομοτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀμοτικός < θέμα ὀμο- του αρχαίου ελληνικού ὀμνύω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομοτικόςομοτικήομοτικό
Γενικήομοτικούομοτικήςομοτικού
Αιτιατικήομοτικόομοτικήομοτικό
Κλητικήομοτικέομοτικήομοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήομοτικοίομοτικέςομοτικά
Γενικήομοτικώνομοτικώνομοτικών
Αιτιατικήομοτικούςομοτικέςομοτικά
Κλητικήομοτικοίομοτικέςομοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →