Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ομοφρονώ

ρήμα
•
  1. έχω την ίδια γνώμη, άποψη κ.λπ. με κάποιον, συμφωνώ μαζί του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ομοφρονώ < αρχαία ελληνική ὁμοφρονέω / ὁμοφρονῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςομοφρονώομοφρονείςομοφρονείομοφρονούμεομοφρονείτεομοφρονούν / ομοφρονούνε
Παρατατικόςομοφρονούσαομοφρονούσεςομοφρονούσεομοφρονούσαμεομοφρονούσατεομοφρονούσαν / ομοφρονούσανε
Αόριστοςομοφρόνησαομοφρόνησεςομοφρόνησεομοφρονήσαμεομοφρονήσατεομοφρονήσαν / ομοφρονήσανε / ομοφρόνησαν
Μέλλονταςθα ομοφρονήσω / θα ομοφρονώθα ομοφρονήσεις / θα ομοφρονείςθα ομοφρονήσει / θα ομοφρονείθα ομοφρονήσουμε / θα ομοφρονούμεθα ομοφρονήσετε / θα ομοφρονείτεθα ομοφρονήσουν / θα ομοφρονήσουνε / θα ομοφρονούν / θα ομοφρονούνε
Παρακείμενοςέχω ομοφρονήσειέχεις ομοφρονήσειέχει ομοφρονήσειέχουμε ομοφρονήσειέχετε ομοφρονήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ομοφρονήσειείχες ομοφρονήσειείχε ομοφρονήσειείχαμε ομοφρονήσει——
Υποτακτικήνα έχω ομοφρονήσει / να ομοφρονήσω / να ομοφρονώνα έχεις ομοφρονήσει / να ομοφρονήσεις / να ομοφρονείςνα έχει ομοφρονήσει / να ομοφρονήσει / να ομοφρονείνα έχουμε ομοφρονήσει / να ομοφρονήσουμε / να ομοφρονούμενα έχετε ομοφρονήσει / να ομοφρονήσετε / να ομοφρονείτενα ομοφρονήσουν / να ομοφρονήσουνε / να ομοφρονούν / να ομοφρονούνε
Προστακτική—ομοφρόνει / ομοφρόνησε——ομοφρονήστε / ομοφρονείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →