ομοφρονώ
•
- έχω την ίδια γνώμη, άποψη κ.λπ. με κάποιον, συμφωνώ μαζί του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ομοφρονώ < αρχαία ελληνική ὁμοφρονέω / ὁμοφρονῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ομοφρονώ | ομοφρονείς | ομοφρονεί | ομοφρονούμε | ομοφρονείτε | ομοφρονούν / ομοφρονούνε |
| Παρατατικός | ομοφρονούσα | ομοφρονούσες | ομοφρονούσε | ομοφρονούσαμε | ομοφρονούσατε | ομοφρονούσαν / ομοφρονούσανε |
| Αόριστος | ομοφρόνησα | ομοφρόνησες | ομοφρόνησε | ομοφρονήσαμε | ομοφρονήσατε | ομοφρονήσαν / ομοφρονήσανε / ομοφρόνησαν |
| Μέλλοντας | θα ομοφρονήσω / θα ομοφρονώ | θα ομοφρονήσεις / θα ομοφρονείς | θα ομοφρονήσει / θα ομοφρονεί | θα ομοφρονήσουμε / θα ομοφρονούμε | θα ομοφρονήσετε / θα ομοφρονείτε | θα ομοφρονήσουν / θα ομοφρονήσουνε / θα ομοφρονούν / θα ομοφρονούνε |
| Παρακείμενος | έχω ομοφρονήσει | έχεις ομοφρονήσει | έχει ομοφρονήσει | έχουμε ομοφρονήσει | έχετε ομοφρονήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ομοφρονήσει | είχες ομοφρονήσει | είχε ομοφρονήσει | είχαμε ομοφρονήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ομοφρονήσει / να ομοφρονήσω / να ομοφρονώ | να έχεις ομοφρονήσει / να ομοφρονήσεις / να ομοφρονείς | να έχει ομοφρονήσει / να ομοφρονήσει / να ομοφρονεί | να έχουμε ομοφρονήσει / να ομοφρονήσουμε / να ομοφρονούμε | να έχετε ομοφρονήσει / να ομοφρονήσετε / να ομοφρονείτε | να ομοφρονήσουν / να ομοφρονήσουνε / να ομοφρονούν / να ομοφρονούνε |
| Προστακτική | — | ομοφρόνει / ομοφρόνησε | — | — | ομοφρονήστε / ομοφρονείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →